Πιτσιρικάς όταν ήμουν κι έβγαζα τα πρώτα μου χαρτζιλίκια σ'ενός θείου μου το μαγαζί θυμάμαι πάνω σε μια κουβέντα που είχαν οι "μεγάλοι" ένας άνθρωπος να επιμένει και να λέει :
"η αγορά φτιάχνει τις επιχειρήσεις ρε παιδιά! Τώρα εσείς ότι και να λέτε..."
Το φιλοσόφησα κάπως κι εγώ, σα παιδί...
Λοιπόν...
Είχε απόλυτο δίκιο!
Ας αναλύσουμε λιγάκι τα πράγματα λοιπόν... Λιγάκι!
Γιατί είχε δίκιο εκείνος ο μπάρμπας;
Παλιότερα υπήρχαν κάποια μαγαζιά (κυρίως... κι όχι "επιχειρήσεις") τα οποία είχαν "κάτι"...
Αυτό το "κάτι" που είχε κι εκείνο το μαγειρείο του κυρ-Γιάννη και το έκανε να είναι ξεχωριστό!
Απλό μαγαζάκι!
Παλιό μαγαζάκι! 20 χρόνια; 30 χρόνια μαγαζί; θα σε γελάσω... πολλά! Μια ζωή εκεί ήτανε!
Ίσως να το είχε κάνας πατέρας του και να το συνέχισε ο υιός μετά... δεν ξέρω... Πάντως ήταν παλιό μαγαζί...
Μη φανταστείς τίποτα ιδιαίτερο.
Μαγειρείο... παλιό κιόλας μαγειρείο... καταλαβαίνεις...
Λίγα τραπεζάκια, μια κουζινίτσα λίγο μεγαλύτερη απ' ότι ενός σπιτιού, δυό λάμπες σκονισμένες να κρέμονται απο την οροφή, ένα ψυγείο με τρόφιμα, ένα ψυγείο με αναψυκτικά, μπύρες κλπ, ένας πάγκος ενωμένος με ένα μικρό τραπεζάκι, με το ταμείο και τα συμπράγκαλα του ταβερνιάρη, κάτι ραφάκια με κρασιά και που και που κάνα καδράκι. Αυτά.
Α! Και το μπενμαρι!
Η βιτρίνα με τα μαγειρευτά φυσικά!
Κατσαρόλες και ταψιά που σου έσπαγαν τη μύτη και δεν ήξερες τί να διαλέξεις να φάς! Πωπωπωπωπω!
Ούτε ταπετσαρίες, ούτε πολύπλοκες κατασκευές, ούτε καν μουσική δεν είχε. Πότε - πότε αν είχε ο ίδιος όρεξη, άνοιγε ένα τραντζιστοράκι που είχε στην κουζίνα και ίσα που άκουγες από 'κει μέσα καμιά πενιά κι αυτή πολλές φορές με παράσιτα...
Μικρό μαγαζάκι. καμιά εικοσαριά καρέκλες όλες κι όλες που όμως ήταν πάντα με κόσμο.
Οικογενειακή επιχείρηση. Ο ίδιος και η γυναίκα του, μόνοι τους το έφερναν βόλτα. Είχαν και δυο παιδιά... δυο αγοράκια... αλλά ήταν μικρά ακόμα για να προσφέρουν κάποια βοήθεια.
Ο κατάλογος ήταν μικρός κι απλός.
Καμιά δεκαριά - δεκαπέντε φαγητά, σαλάτες, ορεκτικά, όλα μαζί. Αλλά ότι έφτιαχνε ήταν πεντανόστιμο! Ο άνθρωπος είχε χρυσά χέρια... τι να λέμε τώρα...
Η ταβέρνα του κυρ-Γιάννη λοιπόν άνοιγε από νωρίς το πρωί και για καφεδάκι.
Σηκωνόταν κάθε μέρα από το χάραμα... να ψωνίσει και να πιάσει το μαγείρεμα.
Κι αφού ήταν έτσι κι αλλιώς στο μαγαζί... άνοιγε κιόλας και την πόρτα άμα θέλει κανείς να μπει...
Συνήθως το ωράριο ήταν από 9 το πρωί ως 9 το βράδυ. Ο ίδιος καθώς ήταν όρθιος απο 5-6 το πρωί δεν άντεχε και για παραπάνω. Ο κόσμος το γνώριζε κι έτσι δεν τον ταλαιπωρούσε με ξενύχτια κλπ.
Ήταν απλός άνθρωπος. Δεν ζητούσε μεγαλεία. Είχε το μαγαζάκι του, έβγαζε το μεροκάματο του, ο κόσμος τον αγαπούσε και ζούσε κι αυτός και η οικογένεια του με μια αξιοπρέπεια.
Άλλος ένας λόγος που ο κόσμος σύχναζε στο μαγαζί αυτό ήταν ο ίδιος ο κυρ-Γιάννης. Που πάντα έβρισκε χρόνο να κάνει το καλαμπούρι του, να πει τις ιστορίες του, να συζητήσει τα αστεία του και τα σοβαρά του με τους ανθρώπους.
Ουσιαστικά, πέρα από το φαγητό που όπως είπαμε ήταν θαυμάσιο, το μαγαζί αυτό ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος.
Το μαγαζί αυτό λοιπόν... αυτό το μικρό και ταπεινό μαγειρείο... είχε προσωπικότητα...
Το μαγαζί αυτό είχε χαρακτήρα...
Τον χαρακτήρα του κυρ-Γιάννη!
Η επιτυχία εκείνου του μαγαζιού ήταν τεράστια! Χωρίς διαφημίσεις, φυλλάδια, μάρκετινγκ, ιστοσελίδες κλπ... Αυτές οι λέξεις του ήταν σχεδόν άγνωστες. (Καλά... εδώ που τα λέμε για πολλούς τότε ήταν αγνωστα πράγματα αυτά... ή τουλάχιστον κάποια απο αυτά... )
Ακόμα κι εγώ τον κυρ-Γιάννη θυμάμαι... δεν θυμάμαι το όνομα του μαγαζιού... δεν ξέρω αν είχε καν όνομα το μαγαζι! Αν είχε ταμπέλα; Δεν θυμάμαι! Όπως όλος ο κόσμος, έτσι κι εγώ έλεγα "το μαγαζί του κυρ-Γιάννη" ! Αυτόν τον συμπαθέστατο, χαμογελαστό, ευγενικό κι εργατικό άνθρωπο ήξερα! Αυτόν θυμάμαι!
Είμαι σίγουρος ότι κοντεύεις να τον θυμηθείς κι εσύ!
Λοιπόοοοον....
Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν... εκεί το μαγειρείο... Εκεί ο κυρ-Γιάννης... βράχος! Με τα φαγητά του και τους πελάτες του... με τα αστεία του και τα σοβαρά του... Όλα μια χαρά!
Τι έγινε μια μέρα;
Ήρθε και μπήκε στο μαγαζί... ποια;
Η κυρία "Αγορά"
Ήρθε μια και "τσέκαρε"...
Της άρεσε της "κυρίας"...
Ξανάρθε...
Ξανά...
και ξανά...
μέχρι που τελικά, έγινε θαμώνας κι έφερνε και φίλους της πολύ συχνά...
Οι οποίοι έδειχναν να είναι πολύ ενθουσιασμένοι με το μαγαζί!
"Ωωω, μα πόσο όμορφο... πόσο ξεχωριστό... τόσο απλό... και τι νόστιμο φαγητό...και τι φιλικό περιβάλλον... " κλπ κλπ
Η κυρία Αγορά ήξερε πάρα πολύ κόσμο και είχε πολλές διασυνδέσεις. Γενικά ασκούσε μεγάλη επιρροή και όποιος στεκόταν απέναντι της δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά από το να την ακούσει και τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, σε διάφορες υποδείξεις της, να την υπακούσει κιόλας...
Σιγά - σιγά όπως συνηθίζεται να συμβαίνει σε τέτοια μαγαζιά, η κυρία "Αγορά" άρχισε να γνωρίζεται με τον μαγαζάτορα και τους υπόλοιπους θαμώνες. Και περνούσαν όπως πάντα καλά...
Ένα βραδάκι λοιπόν, λίγο πριν κλείσει το μαγαζί και που είχαν μείνει πέντε νομάτοι αναμεταξύ τους ... αρχίζει η... "λεγάμενη", με ύφος μέντορα και συμβουλευτικό, να "τη λέει" στον κυρ-Γιάννη και στη γυναίκα του...
Α- Είναι ντροπή να μην έχει γίνει μια ανακαίνιση στο μαγαζί τόσα χρόνια...
Γ- Αααα... όχι δεν έχεις δίκιο... κάθε χρόνο το βάφουμε, μέσα - έξω... και όλο και κάπως το σουλουπώνουμε... Να! Τον μπουφεδάκο αυτόν τον είδες τι ωραίος που είναι; Και είδες κι εκείνο το...
Α- Και νομίζεις κάτι γίνεται με ένα βάψιμο μόνο κι έναν μπουφέ; Ανακαίνιση λέμε! Βάλε κάνα ωραίο φωτιστικό, φτιάξε μια ωραία πινακίδα, άλλαξε χρώμα στους τοίχους, βάλε καμιά οθόνη, βάλε προβολείς έξω να φαίνεται το μαγαζί! Άλλαξε επιτέλους τραπεζοκαθήσματα που τα έχεις τόσα χρόνια!
(οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να καταλάβουν, πως ξεκίνησε αυτή η συζήτηση...)
Γ- Μα βρε κυρ-Αγορά μου... αυτά τα πράγματα και ένα κάρο λεφτά θέλουν και...
Α- Υπάρχουν κι επιδοτήσεις και δάνεια αν δεν σε φτάνουν τα λεφτά κυρ-Γιάννη!
Γ- Δάνειο; Μιλάς σοβαρά τώρα κυρ-Αγορά; Σιγά μη πάρουμε και δάνειο να χρωστάμε μια ζωή και να μας πάρουν και το μαγαζί κι ότι έχουμε παλέψει να αποκτήσουμε τόσα χρόνια!
Α- Μάλιστα δάνειο! Πως θα συμμορφώσεις την επιχείρηση σου; Ποιος θα σου πάρει το μαγαζί; Κανείς δε σου παίρνει τίποτα, μην ακούω σαχλαμάρες σε παρακαλώ... Το μαγαζί σου έχει πολύ δουλειά και το βλέπω κι εγώ κι εσύ και οι πελάτες σου κι όλος ο κόσμος!
Γ- Χαχαχα... αχ βρε κυρ-Αγορά μου... ναι... ότι έχει δουλειά, έχει. Ναι... και φαίνεται και χαίρομαι πολύ γι'αυτό. Τα έξοδα όμως δεν τα υπολογίζεις... και πρόσεξε... δεν είναι μόνο αυτά που φαίνονται...
Α- Θα επεκτέινεις την επιχείρηση σου όπως σου λέω και θα έχεις περισσότερα έσοδα! Έτσι θα καλύπτεις περισσότερες υποχρεώσεις.
Γ- Να την επεκτείνω; Πως; Αφού αυτό είναι το μαγαζί. Πώς...
Α- Και δε μου λες; Αυτό το ρημάδι δίπλα σου είναι παρατημένο τόσα χρόνια που σου φωνάζει "νοίκιασε με" δεν το έχεις πάρει χαμπάρι; Και καλά... πως γίνεται να μην έχετε κάνει μια διαφήμιση; Είναι δυνατόν; Πρέπει οπωσδήποτε να κάνετε. να σας μάθει ο κόσμος, να έρχεται!
Γ- Αααα... κυρ-Αγορά μου έχεις βαλθεί να μας τρελάνεις απόψε μου φαίνεται... Δεν έρχεται ο κόσμος; Πως δεν έρχεται; Να! Ορίστε! Εδώ είσαι μέρα παρά μέρα, που λέει ο λόγος και βλέπεις! Δε βλέπεις κόσμο στο μαγαζί; Πλάκα μας κάνεις τώρα;
Α- Ο κόσμος έρχεται... Ναι... Για πόσο ακόμα θα έρχεται όμως; Το σκέφτεσαι αυτό; Κάνε καμιά αλλαγή καμιά φορά! Μια ανανέωση! Δεν κάνει κακό! Και αυτό το μενού σου πια... όλο τα ίδια και τα ίδια... θα βαρεθεί ο κόσμος πια... για το καλό σου στο λέω!
Γ- Αααα όλα κι όλα... τόσα χρόνια έτσι δουλεύει το μαγαζί! ( φόρτωσε τώρα κι ο κυρ-Γιάννης ) Δε θα μας πεις και για το φαγητό μας τώρα!
Α- Όχι, όχι δεν με κατάλαβες! Τα φαγητά σας είναι πολύ νόστιμα!
Γ- Α, έλεγα μήπως...
Α- Αλλά βρε κυρ-Γιάννη, μια αλλαγή βρε κυρ-Γιάννη...
Γ- Τι θες να πεις... Αλλαγή; Τι Αλλαγή; Δεν έχουμε μόνο τα φαγητά του καταλόγου... Το ξέχασες; Δεν κάνουμε, εκτός από τα κλασικά, σχεδόν κάθε μέρα και το "πιάτο ημέρας"; Πότε λαχανοντολμάδες, πότε σουτζουκάκια, πότε μπιφτέκια γεμιστά;
Δεν βγάζω εκτός από τα συνηθισμένα και διάφορα μεζεδάκια; Εκείνο το σουτζούκι το ξέχασες; Τον καβουρμά; Τις τηγανιές; Πόσα και πόσα πράγματα διαφορετικά! Κάτσε κυρ-Αγορά μου γιατί πας να μας τρελάνεις μου φαίνεται...
Α- Δεν είναι μόνο το φαγητό!
Γ- Αλλά...; Τι άλλο; Είναι κι άλλο;
Α- Γιατί δεν βάζεις ζωντανή μουσική; Όλα τα μαγαζιά το κάνουν! Για τους πελάτες τους! Εσύ γιατί δεν το κάνεις; Ούτε καν μουσική δεν έχει το μαγαζί! Για όνομα του Θεού δηλαδή! Μαγαζί είναι αυτό;
Γ- (αφού δάγκωσε τα χείλη του μην πει κάτι που δεν θα έπρεπε)...Γιατί μωρέ το λες αυτό... κάθε τόσο δεν κατεβαίνει ο καράφλας με το μπουζουκάκι του κι έχουμε εδώ πέρα τζερτζελέ; Λίγες φορές έχουν μαζευτεί τα παιδιά της γειτονιάς με τις κιθάρες τους και τα ωραία τους και τραγουδάμε όλοι μαζί και γλεντάμε και περνάμε μια χαρά; Ακόμα και εσύ με την παρέα σου έχεις έρθει με μουσικούς! Τα ξέχασες;
Α- Ναι αλλά δεν το ξέρει ο κόσμος! Δεν το διαφημίζεις!
Γ- Μα... ο κόσμος είναι ήδη εδώ! Και για όσους έρθουν μετά, δεν θα είναι μια ευχάριστη έκπληξη;
(Οι υπόλοιποι, λιγοστοί θαμώνες που είχαν μείνει στο μαγαζί, είχαν σαστίσει με την ξαφνική επιθετικότητα της Αγοράς και παρακολουθούσαν σιωπηλοί τον... διάλογο... Μουρμούριζαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους... συμφωνούσαν και διαφωνούσαν παράλληλα με τα λεγόμενα της κυρίας Αγοράς... αλλά έμεναν περισσότερο σαν θεατές...)
Α- Κοίταξε να δεις κυρ-Γιάννη μου... Να σε ρωτήσω κάτι;
Γ- Παρακαλώ...
Α- Έρχομαι τόσο καιρό στο μαγαζί σου;
Γ- Ναι.
Α- Φέρνω κάθε τόσο και τους φίλους μου;
Γ- Ναι, βέβαια! Μα δεν...
Α- Περίμενε, περίμενε μισό λεπτάκι. Θέλεις να συνεχίσουμε να ερχόμαστε στο μαγαζί σου;
Γ- Έλα Παναγία μου... Μα και βέβαια θέλω! Τι ερώτηση είν' αυτή;
Α- Ωραία... φτιάξε λιγάκι το μαγαζάκι σου λοιπόν κι εμείς θα συνεχίσουμε να ερχόμαστε...
Γ- Βρε παιδάκι μου, γιατί βάλθηκες να μας στεναχωρήσεις τώρα; Μου λες; Τι έπαθες ξαφνικά και τα έβαλες με το μαγαζάκι μας; Μια χαρά δεν είμαστε; Να... ορίστε (δείχνει προς τους υπόλοιπους πελάτες και απευθύνεται προς τα 'κεί) Ρε παιδιά, μια χαρά δε περνάμε τόσα χρόνια εδώ παρέα; Μιλήστε κι εσείς λιγάκι... κουβέντα κάνουμε...
Πελάτες- Ναι κυρ-Γιάννη μου - πως δε περνάμε - άστα αυτά για άλλους - εμάς πάντως μας αρέσει όπως είναι - εμείς εδώ θα ερχόμαστε - κλπ κλπ
Α- Παιδιά... μην με παρεξηγήσετε σας παρακαλώ πολύ... Ότι λέω, το λέω για το καλό του Γιάννη και του μαγαζιού του... και των πελατών του... Δεν έχω καμία όρεξη ούτε να τσακωθώ, ούτε τίποτα... Ήρθε η ώρα να πηγαίνω τώρα γιατί πέρασε και η ώρα... Καληνύχτα σας...
Συμφώνησαν όλοι μαζί με το τελευταίο... Η ώρα όντως είχε πάει αργά... Είπαν μια καληνύχτα κι έφυγαν...
Έμεινε το ζευγάρι να μαζέψει το μαγαζί, να καθαρίσει, να κλείσει και να φύγει για το σπίτι...
Ήρθε η επόμενη μέρα... και η επόμενη εβδομάδα... και ο καιρός πέρασε και το περιστατικό σα να ξεχάστηκε...
Ο κυρ-Γιάννης όμως έβλεπε το διπλανό μαγαζί, το ξενοίκιαστο και αναρωτιόταν... "ρε λες..."
Η κυρία Αγορά συνέχισε να έρχεται στο μαγαζί, όπως πάντα... με τους φίλους της και τις παρέες της... Δεν ξανά έκανε ποτέ απόπειρα να ανοίξει παρόμοια κουβέντα όπως εκείνο το βράδυ, τότε... Μόνο που όλοι αυτοί οι φίλοι της, είχαν αρχίσει σιγά - σιγά με τον καιρό, κατά κάποιον παράξενο τρόπο να της μοιάζουν...
Ερχόντουσαν όπως πάντα... έλεγαν τον καλό τους το λόγο αλλά έλεγαν και κάτι ακόμα... Κάτι που ούτε σαν καλό μπορούσε να το ερμηνεύσει ο κυρ-Γιάννης, ούτε σαν κακό...
Έλεγαν για παράδειγμα:
"μπράβο ρε κυρ-Γιάννη... τι φανταστικά τα γιουβαρλάκια σου! Αλλά γιατί βρε καλέ μου άνθρωπε δε μας κάνεις και κάνα ωραίο ριζότο που τα χεράκια σου κάνουν θαύματα, να μας απογειώσεις;"
Ο κυρ-Γιάννης άκουγε...
Χαμογελούσε ευγενικά κι έλεγε: "Ίσως την επόμενη φορά φίλε μου"
ή
"τρελαίνομαι να μπαίνω σ'αυτό το μαγαζί! Τόσο απλό και όμορφο! Και τι ωραίος κόσμος που συχνάζει... Το μόνο που πρέπει κάνεις, είναι να βάλεις είναι ίντερνετ! Για τους πελάτες το λέω! Όχι για 'μένα!"
Χαμογελούσε κι έλεγε: "Θα το δώ με τα παιδιά μου, πως μπαινει αυτό το ίντερνετ, γιατί εγώ δεν τα ξέρω αυτά τα πράγματα"
και σκεφτόταν:
"δεν είναι πιο ωραίο να μιλάς με το διπλανό σου όμως παρά να ασχολείσαι με το μαραφέτι;
ή
"αφού ανοίγεις που ανοίγεις το πρωί, θα πρέπει να δεις λιγάκι και στο θέμα του καφέ.... να μιλήσεις με καμιά εταιρία, να σου φέρει ένα μύλο και μια μηχανή σοβαρή, να φτιάχνεις εσπρέσο και καπουτσίνο κλπ. Κανείς πια δεν πίνει ελληνικό και φραπέ... για ψάξου λιγάκι"
και σκεφτόταν:
"αχ Θεέ μου... Τί ζητάει ο κόσμος! Σε λιγάκι θα μου ζητήσουν να πουλάω ρούχα και παπούτσια! Μόλ θα γίνει το μαγειρείο μας! Μολ! Αλήθεια... γράφω πουθενά ότι είναι μαγειρέιο το μαγαζί; Να το τσεκάρω αυτό... Βέεεεεεεβαια! Άμα δε ξέρει κι ο άνθρωπος που μπαίνει... Πού να καταλάβει; Λογικό! Να τσεκάρω την πινακίδα!"
ή
"εμένα προσωπικά μου αρέσει πάρα πολύ που είναι έτσι μικρό, ζεστό και χουχουλιάρικο το μαγαζάκι σας! Αλλά να... τις προάλλες που ήρθαμε με κάτι φίλους μου, που είμασταν μια παρέα 12 άτομα... είχατε πολύ κόσμο και οι μισοί δεν χωράγαμε να κάτσουμε...Ε... κάποιοι δυσανασχέτησαν κι έτσι εντέλει φύγαμε... Δεν θα μπορούσατε να βγάλετε στο πεζοδρόμιο απέναντι λίγα ακόμα τραπεζάκια; Θα ενοχληθεί η κυρία με το μαγαζί; Σιγά! Καθαριστήριο έχει... τι το θέλει το πεζοδρόμιο;"
και σκεφτόταν:
"Και δε μου λες μαντάμ... Εκτός του ότι έρχεσαι με όλη την ομάδα 12 άνθρωποι Σάββατο βράδυ, χωρίς μια ειδοποίηση κάτι... Που το ξέρεις το μαγαζί! Γιατί έχεις ξανάρθει! Δεν είναι ότι δε ξέρεις! Γιατί το θυμάμαι το σκηνικό... Γι'αυτό! Και δε μου λες λοιπόν...
Άντε και δεν την πειράζει την κυρία απέναντι με το καθαριστήριο... Άντε πες! Το χειμώνα τι θα γίνει; Μα τί ρωτάω... Θα βάλουμε πλαστικά! Βέβαια! Σιγά... καθαριστήριο έχει... τι την πειράζει... Έλα Χριστέ..."
ή
"όλα καλά ρε παιδιά αλλά έπρεπε να παρκάρω δυο τετράγωνα παρακάτω... Τι κατάσταση είναι αυτή με το πάρκινγκ σ'αυτή τη γειτονιά πια... δε κάνεις καμιά συνεννόηση βρε κυρ-Γιάννη με το πάρκινγκ εδώ από πίσω, να μπορούν να παρκάρουν πελάτες του μαγαζιού; Θα σου κάνει καλή τιμή σίγουρα, άμα συνεργαστείτε! Δε μπορεί!"
και σκέφτεται:
"Μωρέ τί μου λες; Δυο ολόκληρα τετράγωνα; Αχ βρε κακόμοιρε άνθρωπε... τι τραβάς κι εσύ... Ε μα αφού πήγες και μου πήρες αντί για αμάξι, ολόκληρη μαούνα... εγώ τώρα τι θέλεις να σου κάνω; Εγώ σου φταίω; Και πρέπει να σου νοικιάσω και πάρκινγκ; Τι άλλο θα ακούσω Θεέ μου; Τι άλλο;"
ή
...
Δε συνεχίζω άλλο... Με λίγα λόγια όλοι τους είχαν αρχίσει να μεταμορφώνονται! Είχαν αρχίσει να συμπεριφέρονται όλοι σαν μία... Αγορά!
Μία Αγορά με χίλια στόματα! Μία Αγορά να ζητάει, να ζητάει και σιγά - σιγά να απαιτεί!
Το χειρότερο όμως ήταν... ότι αυτό το μαζικό "πράγμα", είχε αρχίσει να επηρεάζει και τους παλιούς πελάτες του μαγαζιού... θαμώνες! Φίλοι του! Άρχισαν κι αυτοί να τάσσονται με το μέρος των πολλών! Αυτών! Αυτής! Της Αγοράς! Για όνομα!
Όχι όλοι οι παλιοί... αλλά αρκετοί...
Δεν έφευγαν! Όχι! Δεν έχανε πελατεία το μαγαζί. Όμως είχε αρχίσει να δημιουργείται ένα κλίμα... όχι και τόσο ευχάριστο... ο κυρ-Γιάννης είχε αρχίσει να νιώθει κάπως άβολα στο ίδιο του το μαγαζί... με τους ίδιους του τους φίλους... Δεν του άρεσε αυτό... Είχε αρχίσει να κουράζεται...
Κι επειδή πολύ φοβάμαι ότι έχω αρχίσει να σε κουράζω κι εσένα, το συντομεύω το θέμα.
Μ'αυτά και μ'αυτά λοιπόν που λες... ο κυρ-Γιάννης μας είδε κι απόειδε κι αγανάκτησε και στεναχωρέθηκε...
Έσκασε!
Έκατσε λοιπόν και τα έβαλε κάτω με τη γυναίκα του, με συγγενείς, με κολλητούς τους φίλους, με τα παιδιά του που πια είχαν μεγαλώσει αλλά δεν είχαν διάθεση να ασχοληθούν με την παλιομοδίτικη επιχείρηση του πατέρα τους...
Παρόλα αυτά είχαν ένα σωρό ιδέες για το μαγαζί κι όρεξη να τις εφαρμόσουν! Ήταν κι αυτά με το μέρος της αγοράς κατά βάθος βλέπεις...
Αφού λοιπόν τα κουβεντιάσανε...
"μας αρέσει δεν μας αρέσει, τα χρόνια περνάνε και οι άνθρωποι αλλάζουν... Ζούμε σε άλλη εποχή και θα πρέπει να προσαρμοστούμε προκειμένου να ευχαριστήσουμε τους πελάτες μας, να έχουμε το μαγαζάκι μας, τη δουλίτσα μας και να είμαστε όλοι ευχαριστημένοι και χαρούμενοι"
"και τι πρέπει να κάνουμε"
"αυτό που ζητάει η "Αγορά"
Έτσι κι έγινε λοιπόν!
Κάνανε μια λίστα, φτιάξανε ένα πλάνο με το τί ζητάει η "Αγορά" και μια μέρα οι πρωινοί πελάτες του μαγαζιού, βρήκαν την πόρτα του μαγαζιού κλειστή, τα παράθυρα καλυμμένα με εφημερίδες και σε ένα μεγάλο χαρτόνι να γράφει με χοντρό μαρκαδόρο: "κλειστό λόγο ανακαίνισης"
Η γειτονιά αναρωτιόταν...
"μα τι του ήρθε τώρα, μια χαρά δεν ήταν το μαγαζί;"
"ε, μα καιρός ήταν πια να κάνει μια ανακαίνιση"
"τι είναι όλα αυτά τα πράγματα που φέρνει; και τόσοι μαστόροι; εμ... θα μου πείς... τόσα λεφτά βγάζει... άμα δεν έχει αυτός... ποιος θα έχει...εγώ;"
"δάνειο πήρε ρε παιδιά! τον πέτυχε η νύφη μου στην τράπεζα τις προάλλες"
κλπ κλπ κλπ
Όταν τον ρώταγε κανείς τον κυρ-Γιάννη πότε σκοπεύει να ανοίξει πάλι, έλεγε : "ε, να μωρέ... τον ηλεκτρολόγο περιμένω να περάσει κάτι γραμμές, να μπει κι ο μπογιατζής να τελειώνουμε... σε καμιά δεκαριά μέρες το πολύ θα έχουμε ανοίξει πάλι"
Άνοιξε μετά από ενάμιση μήνα...
Μόλις όμως άνοιξε...
Ααααααααααααααα!
Άλλο μαγαζί!
Φως! Τι φως ήταν αυτό! Ούτε η Ακρόπολη! Ο Λυκαβηττός!
Όλος ο κόσμος θαύμαζε!
Φώτα, χρώματα, γιγάντιες οθόνες, το μαγαζί ενώθηκε και με το δίπλα το ρημάδι αλλά και με το οικόπεδο παραδίπλα από αυτό κι έτσι είχε τώρα πια 50 καρέκλες μέσα κι άλλες τόσες σχεδόν έξω!
Να και οι κλιματισμοί, να και τα ίντερνετ, και οι καρέκλες με τα μαξιλαράκια, και απλίκες και προβολάκια, και μια ατμόσφαιρα... τι να σου λέω τώρα...
Πλέον άνοιγε από 8 το πρωί κι έμενε μέχρι αργά το βράδυ!
Καφέδες; Ροφήματα; Να δεις πράγματα να τρελαθείς!
Ο κατάλογος είχε ένα σωρό φαγητά κι αμέτρητα κρασιά, να μην ξέρεις τι να φας και τι να πιεις!
Με την ανακαίνιση αυτή βούιξε ο τόπος με το μαγαζί.
Ο κόσμος που ερχόταν δεν είχε προηγούμενο! Πανικός!
Ερχόντουσαν από παντού!
Ο κόσμος που δεν ερχόταν ήταν κάποιοι παλιοί πελάτες του μαγειρείου...
Ο κυρ-Γιάννης είχε στενοχωρεθεί πολύ με αυτό...
Συναντούσε πότε - πότε κανέναν από αυτούς στο δρόμο και τα λέγανε στα όρθια... τους προσκαλούσε όλους στο μαγαζί, να κεράσει, να πούνε καμιά κουβέντα...
Οι περισσότεροι βρίσκαν καμιά δικαιολογία και αυτό ήταν...
Ήταν τεράστια η αλλαγή του μαγαζιού...
Λογικό να μην αρέσει σε όλους... ιδίως στους παλιούς πελάτες που το είχαν συνηθίσει όπως ήταν τόσα χρόνια... Που έμπαιναν μέσα με όλο το θάρρος και τη διάθεση σαν να ήταν δικό τους... τόσο άνετα...
Τώρα... Τώρα πάνε αυτά... Τώρα αντί για τον κυρ-Γιάννη που ερχόταν στο τραπέζι, ερχόταν κάποιος σερβιτόρος, χωρίς καλαμπούρι, χωρίς να γνωρίζει τις συνήθειες τους... ίσα να πάρει παραγγελία...
Πολύ δουλειά που λες όμως!
Όλοι οι φίλοι της Αγοράς και φίλοι των φίλων της κι άλλοι τόσοι, ερχόντουσαν συνέχεια στο μαγαζί.
Εννοείται πως στο μαγαζί πια δούλευαν πέρα από ολόκληρη την οικογένεια και άλλοι έξη άνθρωποι.
Ο κυρ-Γιάννης, η γυναίκα του, τα δυο παιδιά συν άλλους έξη, σύνολο δέκα άνθρωποι να τρέχουν σαν τους παλαβούς!
Δούλευε πολύ καλά το μαγαζί! Και τον πρώτο μήνα... και τον δεύτερο... και όλο το χρόνο δούλευε!
Και τον δεύτερο χρόνο πήγαινε εξίσου πολύ καλά η δουλεία!
Ο κυρ-Γιάννης ήταν πολύ αγχωμένος με όλο αυτό το τεράστιο πράγμα που είχε δημιουργήσει... αλλά αφού έβλεπε ότι βγαίνουν τα έξοδα και μπορεί να πληρώνει προμηθευτές, τράπεζες, προσωπικό, εφορίες κλπ, κάπως ηρεμούσε κι έπαιρνε κουράγιο.
Του κακοφαινόταν ακόμα που δεν έβλεπε πια τους περισσότερους από τους φίλους του στο μαγαζί, αλλά έτρωγε τόσο χρόνο με όλες αυτές τις υποχρεώσεις και τις δουλειές που είχε ανοίξει, ώστε δεν του έμενε πολύς χρόνος να το σκέφτεται... οπότε το ξεχνούσε και συνέχιζε παρακάτω... δεν προλάβαινε κιόλας! Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς!
Ο καιρός περνούσε...
Τον τρίτο χρόνο για κάποιον λόγο που ο κυρ-Γιάννης αδυνατούσε να καταλάβει και να εξηγήσει, η δουλειά "έκατσε"...
Ερχόταν ακόμα κόσμος αλλά όχι όπως πριν...
Άλλο καινούριο μαγαζί στη γειτονιά, δεν άνοιξε... Οι τιμές δεν άλλαξαν... το προσωπικό δεν άλλαξε... τι στην ευχή συνέβηκε... δεν μπορούσε να καταλάβει...
Ώσπου μια μέρα... άθελα του... άκουσε τα ψιθυρίσματα της Αγοράς και των φίλων της...
"μωρέ τα βαρέθηκα αυτά τα φαγητά... που είναι εκείνα τα σουτζουκάκια τα πεντανόστιμα που έκανε κάποτε..."
"κι όλα αυτά τα φώτα πια! στραβωθήκαμε!"
"κοίτα! κοίτα! όλοι είναι με το κινητό στο χέρι! τς τς τς... δεν υπάρχει σωτηρία..."
"και τόσος κόσμος... να στριμώχνεσαι έτσι... ούτε έναν καφέ σαν άνθρωπος δεν μπορείς να πιεις πια εδώ μέσα"
"και στην τελική, πες μου... ποια είναι η διαφορά αυτουνού εδώ του μαγαζιού με του Νίκου που είναι παρακάτω ή με της Λίτσας;"
"έγινε κι αυτό το μαγαζί κοινό σαν όλα τα άλλα..."
"κι αυτή η μουσική σας αρέσει ρε παιδιά;"
"ήταν ανάγκη να βάλει και τηλεοράσεις, να αποβλακώνεται ο κόσμος;"
"μέχρι κι εδώ κάθε Σάββατο να έχει "λάιβ"... παλιά ερχόμασταν εδώ και βρίσκαμε την ησυχία μας... πάει κι αυτό..."
"παλιά ο κυρ-Γιάννης ερχόταν και στο τραπέζι μας να μας δει λιγάκι... τώρα... τώωωωρα τα 'κονόμησε βλέπεις και δεν τον νοιάζει..."
"παλιά είχε "κάτι" το διαφορετικό αυτό το μαγαζί... "
"παλιά ήταν πιο αυθεντικό..."
"παλιά ήταν πιο αληθινό..."
"παλιά είχε χαρακτήρα..."
Ο κυρ-Γιάννης άκουγε... κι όσο άκουγε τον κατέκλυζαν ανάμικτα συναισθήματα.. θυμός, θλίψη, απογοήτευση...
Του ερχόταν να αρπάξει το τραπέζι και τους το φέρει κολάρο!
Αυτοί όλοι ήταν που του ζητούσαν να κάνει όλα αυτά τα πράγματα, που έκανε στο μαγαζάκι του! Εκείνος δεν ήθελε! Αυτοί ήθελαν!
Αλλά δεν μιλούσε...
Τα κρατούσε μέσα του... Κατηγορούσε τον εαυτό του... Άλλωστε κατά βάθος ήξερε, ότι εκείνος έφταιγε...
Και ο κόσμος όσο περνούσε ο καιρός, όλο και αραίωνε... κι όλο και αραίωνε... μέχρι που έφτασε στο σημείο να περνάνε μέρες και να μην μπαίνει άνθρωπος!
Έκανε πολλές προσπάθειες να ξαναφέρει τον κόσμο πίσω...
Όποιος έχει ασχοληθεί με επιχειρήσεις ξέρει καλά πως τις λένε...
Τις λένε "απεγνωσμένες"...
Κάτι κατάφερνε αλλά όχι και σπουδαία πράγματα...
Το προσωπικό μειώθηκε... τα παιδιά έφυγαν για το εξωτερικό, η γυναίκα έπιασε δουλειά κάπου... δε θυμάμαι που... το οικόπεδο ξενοικιάστηκε... το "ρημάδι" ξενοικιάστηκε κι αυτό κι έγινε καφετέρια (μιας και παραδόθηκε έτοιμο με τον εξοπλισμό του... κατάλαβες...) κι ο κυρ-Γιάννης ξανά έμεινε με τον χώρο του μαγειρείου... μόνο που πια τίποτα δεν θύμιζε εκείνο το παλιό μαγειρείο... Ούτε ο χώρος, ούτε ο κόσμος, ούτε ο κυρ-Γιάννης ήταν ο ίδιος άνθρωπος...
Ένα χρόνο αργότερα το μαγαζί έκλεισε...
Κανείς δεν ξανά είδε ούτε τον κυρ-Γιάννη, ούτε την οικογένεια του...
Κι εγώ σκέφτομαι την κουβέντα του μπάρμπα... "η αγορά φτιάχνει τις επιχειρήσεις"...
Και λέω... παιδιά... αφήστε την αγορά να λέει ότι θέλει...
Αυτό που δεν έχει η αγορά, αυτό της λείπει...
Η αγορά βασικά... μάλλον δεν έχει χαρακτήρα...
Η αγορά δεν είναι μια γυναίκα... δεν είναι ένας άνθρωπος...
Η αγορά είναι... όλοι μαζί... άντρες, γυναίκες και παιδιά... πλούσιοι και φτωχοί, και ποιος είναι αυτός που μπορεί να τους ευχαριστήσει όλους αυτούς μαζί;
Κράτα την επιχείρηση σου και τον χαρακτήρα σου λοιπόν... κι άσε την αγορά και τους φίλους της να λένε τα δικά τους...
Φτιάξε λοιπόν εσύ την δική σου αγορά όπως την φαντάζεσαι και την θέλεις για τον εαυτό σου, τη δουλειά σου και τους ανθρώπους σου και μην την αφήσεις να σε στήσει εκείνη... στον τοίχο...
Υ.Γ. αυτή ήταν μια φανταστική ιστορία εν μέρη, με αληθινά στοιχεία εν μέρη και με φανταστικά πρόσωπα... εν μέρη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.