Μοιάζει σαν να μην πέρασαν πολλές μέρες που οι γυναίκες έκαναν τις μπουγάδες στο ναό και άντρες να πηγαίνουν και να'ρχονται με τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια τους από και προς τα περιβόλια τους, τα μεροκάματα τους, κουβαλώντας την πραμάτεια τους, την κούραση τους, την τρέλα τους, τη σοφία τους και το καλαμπούρι τους... να κάνουν στάση για να ξαποστάσουν κάτω από τον γέρο-πλάτανο, να πιουν νεράκι, να δροσιστούν...
Το απογευματάκι όλοι οι άνθρωποι του χωριού να μαζεύονται στο καφενείο να παίξουν χαρτιά... να μιλήσουν για θέματα άλλοτε σοβαρά κι άλλοτε αστεία...
Πολλές φορές το καφενειακι άνοιγε και τα μεσημέρια και καθόντουσαν τα παιδιά και βλέπανε παιδικά στην τηλεόραση... Η μοναδική τότε στο χωριό ήταν στο καφενείο... Όπως στο καφενείο ήταν και το μοναδικό τηλέφωνο... εκείνο το τηλέφωνο που γύρναγες τη ροδέλα! Με μετρητή!
Τα παιδιά να παίζουν ανέμελα μέρα-νύχτα... να τσαλαβουτάνε μεσ'τα τα νερά, να παίζουνε με βολους, με καλάμια, με σφεντόνες... να τα κυνηγάει η γιαγιά να μαζευτούν σπίτι να φάνε... Τις νύχτες ψάχνανε να βρούνε τις κολοφωτιές...
Άλλες φορές κάναν πηγαδάκι και καθόντουσαν και λέγανε ιστορίες... συνήθως μυστηρίου και ανεξήγητων φαινομένων μέχρι που τους σηκωνόταν η τρίχα κάγκελο και πηγαίνανε για ύπνο ζουπητα χωρίς να τολμήσουν να κοιτάξουν κάτω από το κρεβάτι!
Δεν είχε άλλο μαγαζί το χωριό πέρα από το καφενείο. Πόσος κόσμος μαζευόταν σ'εκείνο το καφενείο...
Μια σταλιά μαγαζάκι ήτανε! Το μαγαζί το λέγαμε!
Μια σταλιά χωριουδάκι... Οι Μύλοι λέγαμε!
Κι όμως... Όσο μικρό κι αν ήτανε... έσφυζε από ζωή!
Από νωρίς το πρωί κυκλοφορούσε κόσμος.
Το πρωί, το μεσημέρι, το απόγευμα και το βράδυ μέχρι της δέκα η ώρα τουλάχιστον υπήρχε ζωή!
Έρχονταν άνθρωποι από το χωριό... από άλλα χωριά γειτονικά... από πιο μακρινά... από τη χώρα κόσμος... από άλλες χώρες κόσμος!
Οι ξεναγοί με τα "γκρουπ" από διάφορα μέρη του κόσμου να περνάνε μιλιούνια και να τραβάνε αμέτρητες φωτογραφίες... κυρίως τις γυναίκες του χωριού και κάνα μπάρμπα...
Ζούσαν οι άνθρωποι ευτυχισμένοι... με τις χαρές τους και με τα προβλήματα τους... αλλά ζούσαν ανθρώπινα... μέσα στη φύση... ελεύθεροι... με τις αυλές, τις πόρτες και τις αγκαλιές τους ανοιχτές... με τα σκαμενα πρόσωπα τους με τα αληθινά χαμόγελα... περήφανοι, αληθινοί, να αγαπούν και να σέβονται... να εκτιμούν τη ζωή τους... με τα ζώα τούς και τα περιβόλια τους... με τις δουλειές τους... με τους τρελούς και τούς γνωστικούς του χωριού... με τους νοικοκυρεμένους και τους αλήτες του... μια μικρή αλλά αγαπημένη κοινωνία...
Στο καφενεδάκι λοιπόν μαζεύονταν όλοι... μικροί και μεγάλοι!
Ζωή...
Οι καιροί όμως συμβαίνει να αλλάζουν...
Οι νέοι και οι νέες του χωριού παντρεύτηκαν και φύγαν... σπούδασαν και φύγαν... μετανάστευσαν και φύγαν... Θέλησαν κάτι καλύτερο και φύγαν... Κάτι πιο εκσυγχρονισμένο και φύγαν... Κι έφυγαν... Κι έμειναν οι παλιοί άνθρωποι... αυτοί οι άνθρωποι που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους... που δεν εγκαταλείπουν το σπίτι τους για χάρη καμίας ευκολίας... καμίας διευκόλυνσης... που η ζωή τους είναι εδώ... που άρχισαν εδώ... δημιούργησαν εδώ... Και θα τελειώσουν εδώ...
Και καλώς ή κακώς... Η ζωή έτσι είναι... σιγά-σιγά... Κι ένας-ένας... φεύγουνε κι αυτοί... Και στο τέλος... τι μένει... βουληδια και γκρουπ... και όμορφες φωτογραφίες...
Έτσι λοιπόν κι εμείς ... γυρίσαμε... γυρίσαμε σπίτι μας... στις ρίζες μας... να ζήσουμε φυσιολογικά... όπως ζούσαμε κάποτε... παρέα με όσους νέους επιμένουν ακόμα εδώ... να ζούνε... να αγαπούν αυτόν τον ευλογημένο τόπο... να κρατήσουμε συντροφιά στους τελευταίους άντρες και τις τελευταίες θαρραλέες κι ακούραστες γυναίκες του χωριού μας...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.